Η ρύπανση από υδράργυρο αποτελεί μία από τις πιο πολύπλοκες περιβαλλοντικές προκλήσεις, λόγω της ανθεκτικότητας του μετάλλου και της ικανότητάς του να μετακινείται μέσω του αέρα, του νερού και του εδάφους. Οι παραδοσιακές μέθοδοι παρακολούθησης βασίζονταν κυρίως σε χημικές αναλύσεις που πραγματοποιούνταν σε εργαστήρια, οι οποίες, αν και ιδιαίτερα ακριβείς, ήταν χρονοβόρες, δαπανηρές και περιορισμένες σε συγκεκριμένες τοποθεσίες. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η τεχνολογική καινοτομία έχει μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες, οι φορείς χάραξης πολιτικής και οι κοινότητες παρακολουθούν και διαχειρίζονται τη ρύπανση από υδράργυρο. Τα νέα εργαλεία επιτρέπουν πλέον ταχύτερη, ακριβέστερη και πιο προσιτή παρακολούθηση του υδραργύρου, υποστηρίζοντας πιο αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης και αποκατάστασης σε ολόκληρη την Ευρώπη — και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου εντοπίζονται τοπικές εστίες ρύπανσης που απαιτούν συνεχή παρακολούθηση.
Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις είναι η ανάπτυξη φορητών αναλυτών υδραργύρου, οι οποίοι μπορούν να μετρούν τις συγκεντρώσεις απευθείας στο πεδίο. Οι συσκευές αυτές χρησιμοποιούν φασματομετρία ατομικής απορρόφησης ή φθορισμού για να ανιχνεύουν ακόμη και ίχνη υδραργύρου σε δείγματα αέρα, νερού ή εδάφους. Η φορητότητά τους επιτρέπει στους ερευνητές να συλλέγουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο από απομακρυσμένες περιοχές, όπως νησιά, βιομηχανικές ζώνες ή παράκτια οικοσυστήματα, χωρίς να απαιτείται πολύπλοκη εργαστηριακή υποδομή. Στην Ελλάδα, τέτοια όργανα έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμα για τη διερεύνηση περιοχών όπως ο Σαρωνικός Κόλπος, όπου οι βιομηχανικές εκπομπές έχουν συμβάλει σε αυξημένα επίπεδα υδραργύρου, και η Σκιάθος, όπου ο φυσικός υδράργυρος στα πετρώματα εισέρχεται περιοδικά στους υπόγειους υδροφορείς.
Εκτός από τα φορητά όργανα, οι τεχνολογίες τηλεπισκόπησης και δορυφορικής παρατήρησης αναδεικνύονται σε ισχυρά εργαλεία για την παρακολούθηση του περιβάλλοντος σε μεγάλη κλίμακα. Οι δορυφορικές εικόνες υψηλής ανάλυσης και τα φασματικά δεδομένα μπορούν να εντοπίσουν αλλαγές στη βλάστηση, στο χρώμα του εδάφους ή στη σύνθεση των ιζημάτων που ενδέχεται να συνδέονται με ρύπανση από υδράργυρο. Με την ενσωμάτωση αυτών των δεδομένων σε Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS), οι επιστήμονες μπορούν να χαρτογραφήσουν τις πηγές ρύπανσης, να απεικονίσουν τη διασπορά του υδραργύρου και να ιεραρχήσουν τις περιοχές που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση. Αυτή η ψηφιακή χαρτογράφηση είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για την Ελλάδα, η οποία διαθέτει ποικιλόμορφη γεωγραφία — από ορεινές περιοχές και βιομηχανικές πεδιάδες έως παράκτιες ζώνες που παρουσιάζουν διαφορετικές προκλήσεις παρακολούθησης. Επιπλέον, οι αναλύσεις δεδομένων και η τεχνητή νοημοσύνη (AI) αξιοποιούνται όλο και περισσότερο για την ερμηνεία σύνθετων περιβαλλοντικών δεδομένων. Οι αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης μπορούν να ανιχνεύσουν τάσεις ρύπανσης, να προβλέψουν μελλοντικά επεισόδια μόλυνσης και ακόμη και να προτείνουν τις βέλτιστες τοποθεσίες για συνεχή παρακολούθηση. Αυτή η έξυπνη χρήση των δεδομένων ενισχύει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, επιτρέποντας στις τοπικές και εθνικές αρχές να κατανέμουν τους πόρους πιο αποτελεσματικά. Στο πλαίσιο του έργου LIFE MERCURY FREE, οι τεχνολογίες αυτές μπορούν να υποστηρίξουν τη συνεχή αξιολόγηση των δράσεων μείωσης του υδραργύρου και να μετρήσουν τον πραγματικό αντίκτυπο της ευαισθητοποίησης και των πολιτικών παρεμβάσεων.